Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Χώμα, εντελώς.





Ωχ τι θέλει  πάλι αυτή.  Η βαβού. Λες να κατάλαβε μετά από τόσες ημέρες, που  υποδέχτηκε  στο χωράφι  ο αδελφός μου,  την δραπέτισσα κότα της  μπροστά και αυτήν ξωπίσω να την κυνηγά, με ένα «καλώς τες», τι εννοούσε και να ζητάει τώρα τα ρέστα;  Όχι δεν είναι για την κότα. Είναι για να  ψάλει, σε μένα  τον εξάψαλμο, επειδή είπα στο άντρα της, να βγάλει το πλέγμα και να ανοίξει   τον καταπατημένο δημόσιο δρόμο. Και εκείνος μου την έστειλε πεσκέσι στο σπίτι, στο πατρικό μου, να μου ζητήσει αυτή τα ρέστα βρίζοντας με. Γιατί αυτός, δεν είχε τα κότσια. Να την βρίσω και εγώ; Σιγά που θα καταδεχτώ. Θα την παρακαλέσω να φύγει. Όμορφα. Πολιτισμένα. Γιατί ότι και να πεις σε αυτήν την γυναίκα τα λόγια σου είναι χαμένα. Δεν φεύγει. Επιμένει. Στο ανισσόροπο βιολί της. Δεν υποφέρεται. Μου φτάνει η κούραση μου. Θα την διώξω.  Αϊ στο διάολο μωρή, που ήρθες στο σπίτι μου να με βρίσεις. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν έχω να κουβεντιάσω κάτι μαζί σου. Άστο. Μην το ζορίζεις. Δεν καταλαβαίνεις. Έχεις άϊ κιού ραδικιού. Χάνεις. Χάνεις! Χάνεις από παντού. Σήκω και φύγε. Που ήρθες στο σπίτι μου με περίσσιο θράσος για να με βρίσεις. Θεέ μου, τι ξεστόμισε ο στόμας της; Ότι κάνω λάθος; Ότι δεν χάνει σπιθαμή γης; Ούτε σπιθαμή;  Ήμαρτον Θεέ μου, με τι με βάζεις και μπλέκω; Τις ελιές μου ήρθα να μαζέψω, ταξιδεύοντας 24 ώρες και να φύγω. Άσε με. Μην μου στέλνεις τους σατανάδες. Αν έκανα κάτι κακό, στείλε με  στην κόλαση. Μία παράκληση μόνο. Μην με βάλεις στο ίδιο καζάνι με δαύτους…..

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο (παλιός) μαθητής.



Την είχε καθηγήτρια 3 χρόνια. Στα μαθήματα των Λατινικών, Νέων και Αρχαίων Ελληνικών. Με 12 τον ξεκίνησε και στα 3 μαθήματα. Με 12 τον άφησε μετά από 3 χρόνια. Ούτε καν ένα 11άρι ή 13άρι στα ενδιάμεσα! Όσο και αν προσπάθησε. Στο τέλος απελπίστηκε και σταμάτησε να διαβάζει. Εξ ου και οι ελλείψεις του στο συντακτικό κυρίως. Φεύγοντας από το σχολείο δεν την ξανάδε.

Σαράντα χρόνια μετά, διάβασε ότι είχε γράψει ένα βιβλίο. Με θέμα τα πρώτα χρόνια της ως καθηγήτριας.  Διάβασε και κάποια αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν σκόρπια εδώ και εκεί.  Δεν τον συγκίνησαν. Παρόλα αυτά όταν έμαθε ότι θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου, αποφάσισε να πάει.  Είτε από περιέργεια, είτε από νοσταλγία.

Την πέτυχε στην είσοδο της αίθουσας που θα γινόταν η παρουσίαση. Φυσιογνωμικά δεν είχε αλλάξει. Θα την αναγνώριζε πανεύκολα, αν η συνάντηση τους γινόταν, κάπου αλλού,  τυχαία. Της συστήθηκε. Δεν τον θυμόταν, ως μαθητή της. Ήξερε όμως τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Λίγες κουβέντες. Αμήχανες. Μουδιασμένες. Υπήρχαν και άλλοι που ήθελαν να την χαιρετήσουν, οπότε την άφησε και μπήκε στην αίθουσα.

Διάλεξε μια απόμερη γωνιά για να καθίσει. Ήταν ο νεώτερος. Αν και 55άρης πια. Όλες και όλοι τον κοιτούσαν. Ξιπάστηκε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Στην αρχή ένοιωσε αμήχανα. Μετά το συνήθισε. 


Λίγο πριν ξεκινήσει η εκδήλωση, χρειάστηκε να επισκεφτεί την τουαλέτα. Εκεί, ανακάλυψε  τον λόγο που τον κοιτούσαν επίμονα. Το φερμουάρ του παντελονιού του ήταν ανοιχτό.  Έκανε την ανάγκη του και έφυγε. Καθόλου ντροπιασμένος. Ίσα – ίσα χαμογελαστός.


Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Το καλαναθρεμένο.



Αρχές της 10ετίας του 70 ήταν. Η οδός Χναρά, δεν υπήρχε. Ήταν μια μεγάλη χαντάκα. Κάθε φορά ,που έβρεχε γέμιζε. Αν έβρεχε πολύ, πλημμύριζε. Πάντα τον χειμώνα ήταν γεμάτη λακκούβες με λασπόνερα.  Και πάντα ήταν γεμάτη από καλάμια και βάτα.  Παρόλα αυτά,  όσοι είχαν κτήματα από την ανατολική πλευρά, προς την μεριά της Χρυσοπηγής,  αναγκαστικά την χρησιμοποιούσαν, για να περνούν απέναντι.
Τέτοια εποχή ήταν, σούρουπο, παιδάκι στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, έφευγα από το χωράφι μας. Είχα πάει να βοηθήσω τους γονείς μου, στο μάζεμα των ελιών. Περνώντας την χαντάκα και στο ύψος του «Ντίκ», άκουσα κλάματα. Μία γυναίκα έκλεγε γοερά, και φώναζε βοήθεια.  Ήταν μία γειτόνισσα. Είχε γλιστρήσει σε κάτι λαμαρίνες που  είχαν βάλει στην άκρια μια τεράστιας, βαθειάς λακκούβας για να μπορούν να περνούν. Είχε πέσει η μισή, πάνω στις λαμαρίνες και η άλλη μισή μέσα στα νερά. Δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ήταν έγκυος. Λίγο πριν την γέννα.
Την βοήθησα, όπως μπορούσα, για  να σηκωθεί. Με τα πολλά τα καταφέραμε. Ευτυχώς δεν είχε χτυπήσει. Την συνόδευσα μέχρι το σπίτι της,  λίγο πιο κάτω, εκεί  που αρχίζει τώρα η Χναρά.   Ευτυχώς επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της δεν υπήρξαν. Γέννησε κανονικά.  Ένα αγόρι.
Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Δυστυχώς αυτήν την φορά δεν ισχύει το «ότι θυμάμαι χαίρομαι». Το αντίθετο συμβαίνει.
Πριν από λίγο καιρό η οικογένεια αυτής της καλής γειτόνισσας, καταπάτησε κοινόχρηστο, δημόσιο χώρο. Του Δήμου Χανίων.  Τους έγινε, καταρχήν παρατήρηση, από συγγενικά μου πρόσωπα. Η απάντηση που πήραν ήταν απειλή για την ζωή τους. Ακολούθησε, πάντα από τους συγγενείς μου, καταγγελία στον Δήμο Χανίων, για την καταπάτηση. Η αντίδραση των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου ήταν άμεση. Η καταπάτηση έληξε άδοξα.
Σήμερα το μεσημέρι, το παιδί αυτής της κυρίας, μεγάλος πια σε ηλικία, μου ανταπέδωσε την καλοσύνη που είχα κάνει στην μητέρα του και σε αυτόν εμμέσως. Με κατηγόρησε σε δημόσιο χώρο, με σκιαιώτατο τρόπο,  ότι εγώ είχα κάνει την καταγγελία. Με απείλησε ότι θα το μετανιώσω πικρά. Στην ευγενή παράκληση μου να μην με ενοχλεί και να μην με ανακατεύει, όντας άρρωστος ακόμα,   με έβρισε με τον χυδαιότερο τρόπο.
Αυτοί οι άνθρωποι, υπάρχουν καλώς ή κακώς ανάμεσα μας. 
Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
 Δεν έχουν ηθικές αρχές.
Ούτε και εγώ  καταλαβαίνω  από τιποτένιες συμπεριφορές.
Έχοντας  αρχές ηθικές . 
Και σεβασμό, στον εαυτό  μου πρωτίστως.
Για όλα  τα υπόλοιπα υπάρχουν και οι  νόμοι. 
Και δεν πρόκειται να χαριστώ σε κανέναν. 

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Δέντρο καπέλο.




Άλλο το πνεύμα των Χριστουγέννων και άλλο το Άγιο Πνεύμα.

Κοινώς Θεία Φώτιση.

Φώτιση είπα.

Όχι Φωφώ.

Μην μπλεκόμεθα αναρμόστως. 


Τι έλεγα;

Α ναι.

Ζντο-λί-ζντι-κα και εγώ φέτος……

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι.





Ήρθε από την κάτω γειτονιά. Ως κληρονόμος ενός μικρού αγροτεμαχίου. Περίπου μισού στρέμματος. Εκτός σχεδίου πόλεως. Σε γη χαρακτηρισμένη ως «αγροτική υψηλής παραγωγικότητας». Ο πατέρας του, πρώην τοπάρχης. Της πρώιμης «Αλλαγής».  Έτσι δεν δυσκολεύτηκε, να κτίσει μία μεζονέτα. Με μέσον φυσικά. Και  φυσικότατα νομιμοφανώς. Το μέσον του μία όψιμη «αρχόντισσα» της αυτοδιοίκησης του «εκσυγχρονισμού». Από αυτές που εκλέχτηκαν, ελέω μεγάλων σογιών. Και στην συνέχεια με μικρά και μεγάλα ρουσφέτια, αύξησαν τους ψήφους τους, κατά εκατοντάδες.   Με το πελατολόγιο τους αυξημένο κατά  πολύ, απέκτησαν και προίκα οραμάτων,  βεβαίως-βεβαίως.
Αφότου εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του, στην νεότευκτη μεζονέτα, άρχισε τις ….. γλύκες. Στην αρχήν  επιχείρησε να κλείσει τον αγροτικό δρόμο δίπλα από το σπίτι του.  Τεχνηέντως. Πετούσε σκουπίδια, χώματα, πέτρες, πρόκες και άλλα … ξεπερισεβούμενα της αρχοντιάς του. Δηλητηρίασε ένα σμάρι   περιστέρια που πήγαιναν και κάθιζαν στην ταράτσα του σπιτιού του.   Έβαλε ζάχαρη στην βενζίνα των μηχανημάτων ενός  γείτονα.   Καλό   μπουμπούκι και αυτός. Η παρουσίαση του  θα ακολουθήσει. Προσεχώς.
Φέτος έστησε άλλο πανηγύρι. Απαιτεί, με τσαμπουκαλένιο σκέρτσο και νάζι,   ώρες κοινής ησυχίας. Όποτε τον βολεύει. Ότι ώρα του έρχεται να κοιμηθεί, κατά την διάρκεια της ημέρας.  Τον ενοχλούν τα ραβδιστικά, τα αλυσοπρίονα, τα τρακτέρ, τα αγροτικά και οι φωνές των μαζοχτάδων, σε  μεγάλη απόσταση. Κάποιοι, ελάχιστοι, έχουν συμμορφωθεί. Κάποιοι άλλοι τον έχουν γειώσει. Λέγοντας του να φέρει το εκατό, για να δουν ποιος είναι ο παράνομος. Τέλος,  μερικοί θέλουν να τον φορτώσουν. Με ένα γερό μπερντάκι ξύλο. Να έχει να πορεύεται για τους χειμώνες της ζωής του….
Συνεχίζεται.